Μετάφραση του "refit" σε Ελληνικά
Οι επισκευή, διορθώνω, επισκευάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refit" σε Ελληνικά.
refit
verb
noun
γραμματική
An act of having something fit again, or replaced. [..]
-
επισκευή
noun feminineReplacement or refitting of hot water system pipes and installations.
Αντικατάσταση ή επισκευή αγωγών και εγκαταστάσεων συστημάτων παροχής ζεστού νερού χρήσης.
-
διορθώνω
verb -
επισκευάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιδιόρθωση
- μετασκευάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "refit"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη