Μετάφραση του "refueling" σε Ελληνικά
Το ανεφοδιασμός με καύσιμα είναι η μετάφραση του "refueling" σε Ελληνικά.
refueling
noun
verb
γραμματική
(US) Present participle of refuel. [..]
-
ανεφοδιασμός με καύσιμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refueling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "refueling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εναέριος ανεφοδιασμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη