Μετάφραση του "refusal" σε Ελληνικά

Οι άρνηση, απόρριψη, αποκήρυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refusal" σε Ελληνικά.

refusal noun γραμματική

(civil engineering) depth or point at which well or borehole drilling cannot continue [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρνηση

    noun feminine

    A previous visa refusal shall not lead to an automatic refusal of a new application.

    Προηγούμενη άρνηση χορήγησης θεώρησης δεν οδηγεί αυτομάτως στην απόρριψη νέας αίτησης.

  • απόρριψη

    noun

    The Commission, on the other hand, contends that the application should be refused.

    Η Επιτροπή ζητεί, αντιθέτως, την απόρριψη του αιτήματος αυτού.

  • αποκήρυξη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " refusal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Refusal
+ Προσθήκη

"Refusal" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Refusal στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "refusal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άρνηση πώλησης
  • σκουπιδιάρης
  • αδιαφορώ · αποκηρύσσω · αποκρούω · αποποιούμαι · απορρίματα · απορρίμματα · απορρίπτω · απόβλητα · απόρριμμα · αρνιέμαι · αρνούμαι · αψηφώ · διαψεύδω · εμποδίζω την είσοδο · σκουπίδια
  • Σήμα αποποίησης μηνύματος
  • απορριμματοφόρο όχημα
  • κοπρόχωμα από απόβλητη λάσπη
  • μηχανιαμός τεμαχισμού απορριμμάτων
  • Σήμα αποποίησης μηνύματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "refusal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη