Μετάφραση του "regenerative" σε Ελληνικά

Οι αναγεννητικός, ανανεωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regenerative" σε Ελληνικά.

regenerative adjective γραμματική

That serves to regenerate [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγεννητικός

    adjective

    It is also known as a regenerative afterburner

    Η τεχνική αυτή είναι επίσης γνωστή ως αναγεννητικός δευτερογενής καυστήρας.

  • ανανεωτικός

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regenerative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regenerative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη