Μετάφραση του "regular" σε Ελληνικά
Οι κανονικός, συχνός, συχνό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regular" σε Ελληνικά.
regular
adjective
noun
γραμματική
(Canada) A coffee with one cream and one sugar. [..]
-
κανονικός
adjective masculinenormal
They call him down there every morning like it's a regular job.
Τον καλούν κάθε πρωί σα να είναι κανονική δουλειά.
-
συχνός
adjective masculinefrequent, steady [..]
One regular visitor to the channels is the gently gliding manta ray.
Ένας συχνός επισκέπτης των καναλιών, είναι το νωχελικό σαλάχι.
-
συχνό
adjective neuterfrequent, steady [..]
A regular date right around the time he was abducted, yes?
Ένα συχνό ραντεβού γύρω από την ώρα που τον απήγαγαν, ναι;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοινός
- συχνή
- τακτικός
- κανονικό
- συνηθισμένο
- συνηθισμένος
- συνηθισμένη
- συνήθης
- θαμώνας
- κοινό
- κανονική
- κοινή
- συστηματικός
- μόνιμος
- απλός
- ομαλός
- σωστός
- τακτός
- ορθός
- ευπρεπής
- μεσαίου μεγέθους
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " regular " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Regular
-
Τακτικός, κανονικός, συνήθης
Εικόνες με "regular"
Φράσεις παρόμοιες με "regular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κανονικό πολύτοπο
-
Κανονικό πολύεδρο
-
τακτική πληρωμή
-
γεωμετρική κανονικότητα
-
τακτικά
-
Καταχρηστικό κανονικό πολύγωνο
-
τακτοποίηση
-
μόνιμος καθηγητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη