Μετάφραση του "relation" σε Ελληνικά

Οι σχέση, συγγένεια, συγγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relation" σε Ελληνικά.

relation noun γραμματική

The manner in which two things may be associated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέση

    noun feminine

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

    Well, I do prefer that the two were related.

    Προτιμώ αυτά τα δύο να έχουν κάποια σχέση.

  • συγγένεια

    noun feminine

    Look, I don't care who you're related to.

    Κοίτα, δεν με νοιάζει με ποιον έχεις συγγένεια.

  • συγγενής

    noun masculine

    He's either too old, too closely related or too villainous to tell her folks about.

    Είναι μεγάλος ή συγγενής ή πολύ κακός για να τους το πει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναφορά
    • αφήγηση
    • συνάφεια
    • αναλογία
    • συνουσία
    • διήγηση
    • σεξουαλική επαφή
    • σεξουαλική πράξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Relation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχέση, συγγένεια

Φράσεις παρόμοιες με "relation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη