Μετάφραση του "relationship" σε Ελληνικά

Οι σχέση, συγγένεια, οικογενειακή σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relationship" σε Ελληνικά.

relationship noun γραμματική

Connection or association; the condition of being related. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέση

    noun feminine

    romantic or sexual involvement [..]

    I have a special relationship with my aunt.

    Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη θεία μου.

  • συγγένεια

    noun feminine

    kinship

    A relationship as distant as the road to heaven.

    Μία συγγένεια τόσο μακρινή, όσο ο δρόμος για τον παράδεισο.

  • οικογενειακή σχέση

    noun

    We know this is possible only in a family relationship.

    Γνωρίζουμε ότι αυτό είναι δυνατόν μόνο σε μια οικογενειακή σχέση.

  • σχέση, συνάφεια, αλληλεξάρτηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relationship " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Relationship

A SmartArt graphic layout type that includes layouts designed to illustrate connections.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχέση

    A SmartArt graphic layout type that includes layouts designed to illustrate connections.

    I have a special relationship with my aunt.

    Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη θεία μου.

Φράσεις παρόμοιες με "relationship" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relationship" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη