Μετάφραση του "relatives" σε Ελληνικά
Το συγγενείς είναι η μετάφραση του "relatives" σε Ελληνικά.
relatives
noun
Plural form of relative. [..]
-
συγγενείς
noun masculineI have relatives in Boston.
Έχω συγγενείς στη Βοστώνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relatives " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "relatives" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σχετική υγρασία
-
Μετρητής σχετικής ιονοσφαιρικής αδιαφάνειας
-
σχετικότης · σχετικότητα
-
Απόλυτο σχετικό σφάλμα
-
σχετική σύνδεση
-
σχετική απολαβή
-
βάρος
-
Σχετική ένταση θορύβου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη