Μετάφραση του "reliability" σε Ελληνικά

Οι αξιοπιστία, Αξιοπιστία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reliability" σε Ελληνικά.

reliability noun γραμματική

The quality of being reliable, dependable, or trustworthy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιοπιστία

    noun feminine

    The likelihood of a computer system or device continuing to function over a given period of time and under specified conditions.

    The data published shall include a quantitative indication of the expected reliability of the available capacity.

    Tα δημοσιευόμενα στοιχεία περιλαμβάνουν ποσοτική ένδειξη για την αναμενόμενη αξιοπιστία της διαθέσιμης δυναμικότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reliability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reliability
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αξιοπιστία

    The data published shall include a quantitative indication of the expected reliability of the available capacity.

    Tα δημοσιευόμενα στοιχεία περιλαμβάνουν ποσοτική ένδειξη για την αναμενόμενη αξιοπιστία της διαθέσιμης δυναμικότητας.

Φράσεις παρόμοιες με "reliability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reliability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη