Μετάφραση του "rely" σε Ελληνικά
Οι βασίζομαι, εμπιστεύομαι, βασιζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rely" σε Ελληνικά.
To rest with confidence, as when fully satisfied of the veracity, integrity, or ability of persons, or of the certainty of facts or of evidence; to have confidence; to trust; to depend; — with on, formerly also with in. [..]
-
βασίζομαι
verbI need to know that I can rely upon you to help me navigate through it.
Πρέπει να ξέρω ότι μπορώ να βασίζομαι πάνω σου για να τις περάσω.
-
εμπιστεύομαι
verbI can't rely on my own people anymore.
Δεν μπορώ πλέον να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους μου.
-
βασιζομαι
I suppose I may continue to rely on your professional discretion?
Μπορω να βασιζομαι στην επαγγελματικη σου εχεμυθεια;
-
πιστεύω
verb neuterHe doesn't like women who rely on superstitions to make decisions.
Δεν του αρέσουν οι γυναίκες που πιστεύουν τις προλήψεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rely " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Rely" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rely στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "rely" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαφίεμαι
-
βασίζομαι · στηρίζομαι
-
εξαρτάται, βασίζομαι η στηρίζομαι
-
υπηρεσία αξιοπιστίας