Μετάφραση του "remand" σε Ελληνικά
Οι ακυρώνω, επαναπέμπω, αναβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remand" σε Ελληνικά.
remand
verb
noun
γραμματική
The act of sending an accused person back into custody whilst awaiting trial. [..]
-
ακυρώνω
verb -
επαναπέμπω
-
αναβάλλω
verb -
Προσωρινή κράτηση
You will be remanded in custody until your trial.
Θα παραμείνετε σε προσωρινή κράτηση μέχρι την δίκη σας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " remand " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Remand
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Remand" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Remand στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη