Μετάφραση του "reminiscence" σε Ελληνικά

Οι ανάμνηση, αναπόληση, θύμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reminiscence" σε Ελληνικά.

reminiscence noun γραμματική

An act of remembering long-past experiences, often fondly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάμνηση

    noun feminine

    mental image [..]

    The respondent argues that this provision is not only to be understood in terms of `reminiscing about old times'.

    Η διάταξη αυτή δεν πρέπει να νοηθεί μόνον ως «ανάμνηση παρωχημένων καταστάσεων».

  • αναπόληση

    noun

    But the funny thing is, my dad started reminiscing, and it's like something just clicked.

    Το αστείο είναι ότι μόλις άρχισε την αναπόληση, κάτι σαν να έκανε κλικ.

  • θύμηση

    noun
  • παλιό περιστατικό που ξανάρχεται στη μνήμη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reminiscence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reminiscence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποπνέω · θυμίζω
  • αναπολώ · αναπολώ τα περασμένα · αψηφώ εμπειρίες και περιστατικά · ενθυμούμαι · θυμάμαι · θυμάμαι τα παλιά
  • αναπολώ
  • αναπολητικός · νοσταλγός του παρελθόντος · που θυμάται τα παλιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reminiscence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη