Μετάφραση του "remittance" σε Ελληνικά
Οι έμβασμα, εμβάσματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remittance" σε Ελληνικά.
remittance
noun
γραμματική
A payment to a remote recipient. [..]
-
έμβασμα
noun neuterA payment to a remote recipient
delivery or remittance of certified cheques which are made payable in euros to the Office;
με έκδοση επιταγής ή έμβασμα, πληρωτέα σε ευρώ στο γραφείο·
-
-
εμβάσματα
nounKosovo needs to create incentives to use the remittances for investment
Το Κοσσυφοπέδιο πρέπει να δημιουργήσει κίνητρα για να χρησιμοποιήσει τα εμβάσματα για επενδύσεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " remittance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "remittance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλείπων
-
αποστολέας
-
άφεση
-
κάτοικος του εξωτερικού συντηρούμενος από εμβάσματα των δικών του
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη