Μετάφραση του "rent" σε Ελληνικά

Οι ενοίκιο, ενοικιάζω, μίσθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rent" σε Ελληνικά.

rent verb noun γραμματική

A payment made by a tenant at intervals in order to occupy a property. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοίκιο

    noun neuter

    payment made by a tenant [..]

    The rent is expensive.

    Το ενοίκιο είναι ακριβό.

  • ενοικιάζω

    verb

    obtain/have temporary possession of an object such as a movie [..]

    They lived there for months until they were able to rent a small cottage.

    Έμειναν εκεί για μήνες, έως ότου ήταν εις θέσιν να ενοικιάσουν ένα μικρό εξοχικό.

  • μίσθωμα

    noun neuter

    payment made for the use of equipment or a service [..]

    In particular, a large number of invoices in respect of rents were not accompanied by proof of payment.

    Ειδικότερα, μεγάλος αριθμός τιμολογίων σχετικών με τα μισθώματα δεν συνοδευόταν από αποδεικτικά πληρωμής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μισθώνω
    • νοικιάζω
    • νοίκι
    • σχίσιμο
    • ενοικίαση
    • αγκαζάρω
    • σχίσμα
    • σκίσιμο
    • αποσπώ
    • πιάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rent proper

A surname.

+ Προσθήκη

"Rent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη