Μετάφραση του "repatriate" σε Ελληνικά
Οι επαναπατρίζω, επαναπατρισμένος, επαναπατρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "repatriate" σε Ελληνικά.
repatriate
verb
noun
γραμματική
(transitive) To restore (a person) to his or her own country. [..]
-
επαναπατρίζω
verbto restore somebody to his or her own country
-
επαναπατρισμένος
noun masculinea person who has returned to the country of origin or whose citizenship has been restored
But God’s repatriated people can now help to bring about a lovely transformation!
Αλλά ο επαναπατρισμένος λαός του Θεού μπορεί τώρα να βοηθήσει να επιτευχθεί μια εξαίσια μεταμόρφωση!
-
επαναπατρίζομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " repatriate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "repatriate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαναπατρισμός · παλιννόστηση
-
ενισχύσεις για παλιννόστηση
-
επαναπατρισμός κεφαλαίων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη