Μετάφραση του "replete" σε Ελληνικά

Οι γεμάτος, πλήρης, φουσκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "replete" σε Ελληνικά.

replete adjective verb noun γραμματική

Abounding. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμάτος

    adjective masculine

    It is replete with well-traveled footpaths, splendid views, abundant nature as well as a mild terrain

    Ο Παρνασσός είναι γεμάτος μονοπάτια, υπέροχη θέα, πλούσια φύση και ήπιο ανάγλυφο εδάφους

  • πλήρης

    adjective masculine

    It will be hard to write a story more beautiful, more truthful, or more replete.

    Θα είναι δύσκολο να γράψω μια ιστορία πιο όμορφη, πιο ειλικρινή ή πιο πλήρη.

  • φουσκώνω

    verb
  • κατάσπαρτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " replete " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Replete
+ Προσθήκη

"Replete" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Replete στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "replete" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρίθω [+Γεν.], βρίθω από · είμαι γεμάτος από · είμαι διάσπαρτος από · είμαι κατάσπαρτος από
  • κορεσμός
  • διάσπαρτος από
  • μαζί με
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "replete" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη