Μετάφραση του "repression" σε Ελληνικά

Οι καταστολή, κατάπνιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "repression" σε Ελληνικά.

repression noun γραμματική

The act of repressing; state of being repressed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστολή

    noun

    Responsible for repression, human rights abuses and violence against the civilian population in Syria.

    Υπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άσκηση βίας κατά του άμαχου πληθυσμού της Συρίας.

  • κατάπνιξη

    noun

    Guess I need to do a better job at repressing my emotions.

    Υποθέτω ότι θέλω δουλειά στην κατάπνιξη των συναισθημάτων μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " repression " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "repression" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "repression" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη