Μετάφραση του "reprove" σε Ελληνικά

Οι επιπλήττω, μέμφομαι, Criticise gently to correct a fault είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reprove" σε Ελληνικά.

reprove verb γραμματική

(transitive) To convey one’s disapproval of; to rebuke, especially in a gentle, sweet, kind tone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιπλήττω

    verb
  • μέμφομαι

    Verb
  • Criticise gently to correct a fault

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Μέμφομαι, επιτιμώ, “ελέγχω”
    • αποδοκιμάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reprove " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reprove" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reprove" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη