Μετάφραση του "repudiation" σε Ελληνικά
Οι αποκήρυξη, απάρνηση, αποκήρυξη ταυτότητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "repudiation" σε Ελληνικά.
The act of refusing to accept; the act of repudiating. [..]
-
αποκήρυξη
nounIt was not such a flaw that it could not be overcome by the Queen's personal repudiation.
Δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μην μπορεί να ξεπεραστεί με την προσωπική αποκήρυξη της Βασίλισσας.
-
απάρνηση
noun -
αποκήρυξη ταυτότητας
The ability of a user to falsely deny having performed an action that other parties cannot prove otherwise. For example, a user who deleted a file can successfully deny doing so if no mechanism (such as audit files) can prove otherwise.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " repudiation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Repudiation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Repudiation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "repudiation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
To reject and disassociate from something or someone emphatically. · Αποκηρυσσω, αποκληρωνω ... μετά βδελυγμίας (πετάω κάτι/κάποιον έξω από τη ζωή μου με οργή ή πλήρη απόρριψη) · Αποκηρυσσω, αποκληρώνω ... to reject and disassociate from something or someone emphatically. · απαρνιέμαι · απαρνούμαι · αποβάλλω · αποκηρύσσω · απορρίπτω
-
απορρίπτω
-
To reject and disassociate from something or someone emphatically. · Αποκηρυσσω, αποκληρωνω ... μετά βδελυγμίας (πετάω κάτι/κάποιον έξω από τη ζωή μου με οργή ή πλήρη απόρριψη) · Αποκηρυσσω, αποκληρώνω ... to reject and disassociate from something or someone emphatically. · απαρνιέμαι · απαρνούμαι · αποβάλλω · αποκηρύσσω · απορρίπτω
-
To reject and disassociate from something or someone emphatically. · Αποκηρυσσω, αποκληρωνω ... μετά βδελυγμίας (πετάω κάτι/κάποιον έξω από τη ζωή μου με οργή ή πλήρη απόρριψη) · Αποκηρυσσω, αποκληρώνω ... to reject and disassociate from something or someone emphatically. · απαρνιέμαι · απαρνούμαι · αποβάλλω · αποκηρύσσω · απορρίπτω