Μετάφραση του "required" σε Ελληνικά

Οι απαραίτητος, απαιτητός, απαιτούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "required" σε Ελληνικά.

required adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of require . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαραίτητος

    adjective

    This also ensures the flexibility required to respond to the constant development of technology.

    Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται επίσης ο απαραίτητος βαθμός ευελιξίας έναντι της συνεχούς ανάπτυξης της τεχνολογίας.

  • απαιτητός

    adjective

    2

    Therefore, a Member State's requirement that products bear tax markings may not affect the moment when excise duty becomes chargeable on them.

    Κατά συνέπεια, η απαίτηση κράτους μέλους να φέρουν τα προϊόντα φορολογικά επισήματα δεν επηρεάζει τη στιγμή κατά την οποία ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός.

  • απαιτούμενο

    There are also cases where the data provided covered a different timeframe than the one which was required.

    Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις που τα παρεχόμενα στοιχεία κάλυπταν διαφορετικό χρονικό διάστημα από το απαιτούμενο.

  • απαιτούμενος

    adjective masculine

    Explain what reprogramming is required, specifying the budget lines concerned and the corresponding amounts.

    Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός, με προσδιορισμό των σχετικών γραμμών του προϋπολογισμού και των αντίστοιχων ποσών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " required " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "required" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "required" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη