Μετάφραση του "requisite" σε Ελληνικά

Οι αναγκαίος, απαιτούμενο, απαιτούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "requisite" σε Ελληνικά.

requisite adjective noun γραμματική

essential, required, indispensable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκαίος

    επίθετο

    It should be provided with the requisite financial and human resources and equipment.

    Θα πρέπει να της διατεθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι και ο αναγκαίος εξοπλισμός.

  • απαιτούμενο

    — or the requisite level of protection is assured in the event of two faults occurring independently of each other.

    — ή, σε περίπτωση εμφάνισης δύο ανεξάρτητων μεταξύ τους ελαττωμάτων, να παρέχεται το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας.

  • απαιτούμενος

    adjective masculine

    However, the requisite degree of probability is of no relevance to the present appeal proceedings.

    Ωστόσο, ο απαιτούμενος βαθμός πιθανολογήσεως δεν ασκεί καμία επιρροή στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαραίτητος
    • ανάγκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " requisite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "requisite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "requisite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη