Μετάφραση του "research" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, μελέτη, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "research" σε Ελληνικά.
(countable) A particular instance or piece of research. [..]
-
έρευνα
noun feminineinquiry or examination [..]
The author states his opinion supporting it with academic research.
Ο συγγραφέας διατυπώνει τη γνώμη του, στηρίζοντάς τη σε ακαδημαϊκή έρευνα.
-
μελέτη
nounYou're not going anywhere until you've finished that research pack.
Δεν έχεις να πας πουθενά αν δεν τελειώσεις την μελέτη σου.
-
διερεύνηση
noun feminineConsiderable research work, comparing many different instruments, is thus needed to identify the current rules.
Απαιτείται λοιπόν η διερεύνηση και σύγκριση μεγάλου αριθμού πράξεων για να προσδιορίζονται οι ισχύουσες διατάξεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ερευνώ
- έρευνα επιστημονική
- ερευνα
- αναδίφηση
- επιδίδομαι σε επιστημονική έρευνα
- ερευνητική εργασία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " research " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Έρευνα επιστημονική
-
Έρευνα
The author states his opinion supporting it with academic research.
Ο συγγραφέας διατυπώνει τη γνώμη του, στηρίζοντάς τη σε ακαδημαϊκή έρευνα.
Φράσεις παρόμοιες με "research" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίκτυο πληροφοριών για ερευνητικές βιβλιοθήκες
-
Ερευνητικός συνεταιρισμός για τεχνολογίες κατασκευής ημιαγωγών
-
σχέσεις επιστήμης-βιομηχανίας
-
έρευνα στην επιχείρηση
-
κοινοτική πολιτική έρευνας
-
βοηθός ερευνητής
-
αποτελέσματα της έρευνας
-
διερεύνηση αποτελεσμάτων