Μετάφραση του "research worker" σε Ελληνικά

Το ερευνητής είναι η μετάφραση του "research worker" σε Ελληνικά.

research worker noun

a scientist who devotes himself to doing research

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερευνητής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " research worker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "research worker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη