Μετάφραση του "resentment" σε Ελληνικά
Οι αγανάκτηση, δυσαρέσκεια, κακοφανισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resentment" σε Ελληνικά.
A feeling of anger or displeasure stemming from belief that others have engaged in wrongdoing or mistreatment; indignation. [..]
-
αγανάκτηση
noun feminineanger or displeasure felt out of belief that others have engaged in wrongdoing or mistreatment; indignation.
It's like vomiting up every resentment I ever had.
Είναι σαν να ξερνάω κάθε αγανάκτηση που έχω νιώσει ποτέ.
-
δυσαρέσκεια
noun feminineanger or displeasure felt out of belief that others have engaged in wrongdoing or mistreatment; indignation.
OK, I hate to tear myself away from all the simmering resentment.
OK, το μισώ που φεύγω απότομα απ'όλη την σιγοβράζουσα δυσαρέσκεια.
-
κακοφανισμός
noun masculineanger or displeasure felt out of belief that others have engaged in wrongdoing or mistreatment; indignation.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μνησικακία
- απέχθεια
- πικρία
- εχθρότητα
- οργή
- βδελυγμία
- δυσανασχέτιση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resentment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Resentment" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Resentment στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "resentment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δε μου αρέσει καθόλου
-
αγανακτώ · απεχθάνομαι · δυσανασχετώ · δυστροπώ (για κτ) · κόπτομαι · μνησικακώ · μου κακοφαίνεται · φθονώ
-
δυσανασχετώ
-
αγανακτισμένος · εχθρικός · μνησίκακος · πικρόχολος
-
αγανακτώ · απεχθάνομαι · δυσανασχετώ · δυστροπώ (για κτ) · κόπτομαι · μνησικακώ · μου κακοφαίνεται · φθονώ