Μετάφραση του "reset" σε Ελληνικά

Οι επαναφέρω, επαναρυθμίζω, επανεκκινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reset" σε Ελληνικά.

reset verb noun γραμματική

To set back to the initial state. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαναφέρω

    verb

    to set back to the initial state

    The selection of an application resets the current security environment.

    Η επιλογή μίας εφαρμογής επαναφέρει το τρέχον περιβάλλον ασφαλείας.

  • επαναρυθμίζω

    to adjust again after an initial failure

  • επανεκκινώ

    to set back to the initial state

    I've got to reset the pattern buffer controls.

    Επανεκκινώ τον έλεγχο της προσωρινής μνήμης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επαναφορά
    • επανεκκίνηση
    • αποκαθιστώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reset noun γραμματική

(Should we delete (+) this sense?) A button that resets a device, often a computer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μηδενισμός

    An option in Call Timers that allows the user to clear the accumulated time displayed by the Recent Calls timer.

    Merit points reset at zero and their total recalculated

    Μηδενισμός και υπολογισμός εκ νέου του κεφαλαίου των μορίων αξιολογήσεως

  • Επαναφέρω, μηδενίζω, επανεκκίνηση

Εικόνες με "reset"

Φράσεις παρόμοιες με "reset" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη