Μετάφραση του "resistant" σε Ελληνικά
Οι ανθεκτικός, ακμαίος, ανθιστάμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resistant" σε Ελληνικά.
resistant
adjective
noun
γραμματική
A person who resists; especially a member of a resistance movement. [..]
-
ανθεκτικός
adjectiveSoftwood pulp has longer fibres, is more tear-resistant and has greater machinability.
Ο πολτός μαλακής ξυλείας έχει μακρύτερες ίνες, είναι περισσότερο ανθεκτικός και παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα μηχανικής επεξεργασίας.
-
ακμαίος
adjective -
ανθιστάμενος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αντιστεκόμενος
- αθλητικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resistant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Resistant
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Resistant" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Resistant στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "resistant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενεργή εσωτερική αντίσταση
-
γίνομαι ανθεκτικός σε · είμαι ανθεκτικότερος σε · μένω ασυγκίνητος από
-
αντίσταση ακτινοβολίας
-
παθητική αντίσταση
-
Θερμοκρασιακός συντελεστής αντίστασης
-
καθαρά ωμικό φορτίο
-
Αρνητική διαφορική αντίσταση
-
κίνημα της Γαλλικής αντίστασης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη