Μετάφραση του "resolution" σε Ελληνικά

Οι ψήφισμα, απόφαση, αποφασιστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resolution" σε Ελληνικά.

resolution noun γραμματική

A strong will, determination. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψήφισμα

    noun neuter

    A formal expression of the opinion of an official body or a public assembly, adopted by vote, as a legislative resolution.

    I am sorry that some joker has taken the liberty of changing the title of the resolution.

    Λυπάμαι όμως που κάποιος χωρατατζής πήρε το θάρρος να αλλάξει τον τίτλο αυτού του ψηφίσματος.

  • απόφαση

    noun feminine

    Therefore, the resolution is to do far better in the future, the next opportunity being Mexico this year.

    Επομένως, η απόφαση είναι να τα πάμε πολύ καλύτερα στο μέλλον, η επόμενη ευκαιρία είναι το Μεξικό φέτος.

  • αποφασιστικότητα

    noun

    It therefore symbolises the Union's resoluteness on this issue.

    Συμβολίζει ως εκ τούτου την αποφασιστικότητα της Ένωσης στο θέμα αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάλυση
    • επίλυση
    • ανάλυση
    • δικαστική απόφαση
    • λύση
    • Ψήφισμα
    • σταθερότητα
    • επιμονή
    • αναγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resolution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Resolution
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανάλυση, διαχωριστικότητα, διακριτική ικανότητα

  • Απόφαση, επίλυση

Φράσεις παρόμοιες με "resolution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resolution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη