Μετάφραση του "resolve" σε Ελληνικά
Οι επιλύω, αποφασίζω, επίλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resolve" σε Ελληνικά.
(transitive) To find a solution to (a problem). [..]
-
επιλύω
verbTo find a setting in which no hardware conflicts occur.
That indicates a major problem of communication that must be resolved.
Αυτό υποδηλώνει το μείζον πρόβλημα στον τομέα της επικοινωνίας, το οποίο και θα πρέπει να επιλυθεί.
-
αποφασίζω
verbBut let us persevere in what we have resolved, before we forget.
Αλλά ας εμμείνουμε σε αυτό που αποφασίσαμε, πριν να το ξεχάσουμε.
-
επίλυση
To find a setting in which no hardware conflicts occur.
But it is informal and therefore cannot provide legal certainty to resolve the issues.
Αλλά, είναι άτυπος και επομένως δεν μπορεί να παράσχει νομική ασφάλεια για την επίλυση των ζητημάτων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφασιστικότητα
- απόφαση
- αναλύω
- διαλύομαι
- διαλύω
- αποφαίνομαι
- επιμονή
- σταθερότητα
- ψήφισμα
- κρίνω
- εξαλείφω
- λιώνω
- ξεμπερδεύω
- αποφασίζω, επιλύω
- ηθικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resolve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Resolve" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Resolve στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "resolve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποφασισμένος
-
επίλυση ονόματος
-
αποφασίζω
-
Πρόγραμμα επίλυσης εξάντλησης πόρων των Microsoft Windows
-
διορθώνω το πρόβλημα · λύνω ένα πρόβλημα · ξεδιαλύνω τα πράγματα · τακτοποιώ ένα ζήτημα
-
πρόγραμμα επίλυσης προσωρινής αποθήκευσης
-
πρόγραμμα επίλυσης εξάντλησης πόρων
-
επιλύω διαφορές