Μετάφραση του "resources" σε Ελληνικά
Οι μέσα, πόροι, πηγές εισοδήματος, πόροι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resources" σε Ελληνικά.
Plural form of resource. [..]
-
μέσα, πόροι
-
πηγές εισοδήματος
Its forests are one of the country' s most important economic resources, but they have the time to regenerate
Τα δάση είναι από τις κυριότερες πηγές εισοδήματος της χώρας.Αλλά έχουν τον χρόνο να ανανεωθούν
-
πόροι
nounIt needs the intelligent management of the earth's resources.
Χρειάζεται την έξυπνη διαχείριση τον πόρων της Γης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resources " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The name of the control panel for Office (including the Tools Options dialog).
-
Πόροι
The name of the control panel for Office (including the Tools Options dialog).
Former Minister of Water Resources in power after May 2011.
Πρώην Υπουργός Υδάτινων Πόρων που βρέθηκε στην εξουσία μετά τον Μάιο του 2011.
Φράσεις παρόμοιες με "resources" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρήση πόρων
-
μη ανανεώσιμοι πόροι
-
αρχείο πόρων υπηρεσιών
-
Ανθρώπινοι πόροι
-
θαλάσσιοι πόροι
-
Πλαίσιο καθορισμού πόρων
-
αποκλειστικός πόρος