Μετάφραση του "respite" σε Ελληνικά

Οι αναβολή, ανάπαυση, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "respite" σε Ελληνικά.

respite verb noun γραμματική

A brief interval of rest or relief. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναβολή

    noun

    Apologies the demands of a Lanista seldom offer respite.

    Συγγνώμη, τα ζητήματα ενός ιδιοκτήτη σπανίως παίρνουν αναβολή.

  • ανάπαυση

    noun feminine

    There is no respite from the inner pain.

    Δεν υπάρχει ανάπαυση για τον πόνο μέσα τους.

  • διακοπή

    noun feminine

    After what seems like a respite from the serial murders weeks ago, the Throwing Star Killer strikes again.

    Μετά από διακοπή των φόνων πριν μερικές βδομάδες ο δολοφόνος με τα αστέρια νίντζα ξαναχτύπησε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάπαυλα
    • διάλειμμα
    • αναστολή
    • αναβάλλω
    • σταμάτημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " respite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Respite
+ Προσθήκη

"Respite" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Respite στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "respite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη