Μετάφραση του "restart" σε Ελληνικά

Οι επανεκκινώ, επανεκκίνηση, ξαναρχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restart" σε Ελληνικά.

restart verb noun γραμματική

The act of starting something again. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επανεκκινώ

    In computing, to reboot [..]

  • επανεκκίνηση

    noun feminine

    act of restarting [..]

    Means shall be provided for restarting an engine at altitudes up to a declared maximum altitude.

    Παρέχονται μέσα για την επανεκκίνηση ενός κινητήρα σε ύψη που φθάνουν μέχρι ένα δηλωθέν μέγιστο ύψος.

  • ξαναρχίζω

    verb

    To start again

    The low-level inducement system is immediately reactivated and the counter restarts from the value it had at the time of repair.

    Το σύστημα ήπιας προτροπής επανενεργοποιείται αμέσως και ο μετρητής ξαναρχίζει από την τιμή που είχε κατά τον χρόνο επισκευής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restart " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Restart
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επανεκκίνηση

    Shortly after we opened Restart, we got a call from a stepmom.

    Λίγο αφότου ανοίξαμε την Επανεκκίνηση, μας τηλεφώνησε μια μητριά.

Φράσεις παρόμοιες με "restart" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restart" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη