Μετάφραση του "retail" σε Ελληνικά
Οι λιανικός, λιανεμπόριο, λιανική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retail" σε Ελληνικά.
The sale of goods directly to the consumer; encompassing the storefronts, mail-order, websites, etc., and the corporate mechanisms, branding, advertising, etc. that support them, which are involved in the business of selling and point-of-sale marketing retail goods to the public. [..]
-
λιανικός
adjective masculinerelating to the sale of goods or services directly to individual consumers [..]
The retail purchaser can return the bottle to any retailer selling beer and soft drinks .
Ο λιανικός αγοραστής μπορεί να επιστρέψει τη φιάλη σε οποιονδήποτε λιανοπωλητή μπύρας και αναψυκτικών.
-
λιανεμπόριο
noun neutersale of goods directly to the consumer
Revenue from leased lines should be allocated to retail.
Τα έσοδα από χρηματοδοτικώς εκμισθωμένες γραμμές θα πρέπει να καταλογίζονται στο λιανεμπόριο.
-
λιανική
noun femininesale of goods directly to the consumer
I'm thinking with these features, this brand, I can get maybe 350 each at retail.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα πιάσουν 350 στη λιανική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λιανικά
- λιανική πώληση
- λιανικό εμπόριο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " retail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Λιανικός
The retail purchaser can return the bottle to any retailer selling beer and soft drinks .
Ο λιανικός αγοραστής μπορεί να επιστρέψει τη φιάλη σε οποιονδήποτε λιανοπωλητή μπύρας και αναψυκτικών.
Εικόνες με "retail"
Φράσεις παρόμοιες με "retail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάστημα λιανικής (πώλησης) · καταστηματάρχης · λιανέμπορος · λιανοπωλητής · μεταπράτης
-
λιανική τιμή
-
τιμάριθμος λιανικής πώλησης
-
βιομηχανία εμπορίου
-
θέατρο λιανικής πώλησης
-
εμπορικό κατάστημα · κατάστημα λιανικής (πώλησης)
-
μέτρηση του μεριδίου αγοράς από το ηλεκτρονικό εμπόριο
-
ανεξάρτητο εμπόριο