Μετάφραση του "retinol" σε Ελληνικά

Το ρετινόλη είναι η μετάφραση του "retinol" σε Ελληνικά.

retinol noun γραμματική

A fat-soluble carotenoid vitamin (vitamin A), present in fish oils and green vegetables, essential to normal vision and to bone development. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρετινόλη

    χημική ένωση

    This method makes it possible to determine the level of vitamin A (retinol) in feed and premixtures.

    Η παρούσα μέθοδος αποσκοπεί στον προσδιορισμό της βιταμίνης Α (ρετινόλη) σε ζωοτροφές και προμείγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " retinol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "retinol"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "retinol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη