Μετάφραση του "revealing" σε Ελληνικά
Οι αποκαλυπτικός, αποκάλυψη, φανέρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "revealing" σε Ελληνικά.
revealing
adjective
noun
verb
γραμματική
Of clothing: allowing to see more than is usual. [..]
-
αποκαλυπτικός
adjective masculineof clothing
I was hoping you'd be more revealing.
Έλπιζα ότι θα ήσαστε περισσότερο αποκαλυπτικός.
-
αποκάλυψη
noun feminineOur upcoming expose on the mysterious Beetle, promises to reveal exactly the kind of crimes he's been committing.
Η ερχόμενη αποκάλυψη μας στο μυστηριώδες Σκαθάρι, υπόσχεται να αποκαλύψει ακριβώς τα εγκλήματα που έχει διαπράξει.
-
φανέρωμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " revealing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "revealing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγγέλω · αποκαλύπτω · δηλώνω · εμφανίζω · κοινοποιώ · ξεσκεπάζω · προδίδω · φανερώνω
-
έκθετος
-
θρησκεία
-
αποκαλύπτω
-
αγγέλω · αποκαλύπτω · δηλώνω · εμφανίζω · κοινοποιώ · ξεσκεπάζω · προδίδω · φανερώνω
-
αγγέλω · αποκαλύπτω · δηλώνω · εμφανίζω · κοινοποιώ · ξεσκεπάζω · προδίδω · φανερώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη