Μετάφραση του "revocable" σε Ελληνικά
Οι ακυρώσιμος, αναιρέσιμος, ανακλητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "revocable" σε Ελληνικά.
revocable
adjective
γραμματική
Having the ability of being revoked; capable of being revoked. [..]
-
ακυρώσιμος
Adjective -
αναιρέσιμος
Adjective -
ανακλητός
adj. Also "revokable"
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " revocable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "revocable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κατάλογος ανάκλησης πιστοποιητικών
-
Ανάκληση, άρση
-
ανάκληση, ακύρωση πιστοποιητικού
-
ανάκληση εφαρμογής
-
Κατάλογος ανάκλησης πιστοποιητικών
-
έλεγχος ανάκλησης πιστοποιητικού
-
συμβολοσειρά ανάκλησης περιεχομένου
-
ακύρωση · ανάκληση · απόσυρση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη