Μετάφραση του "rework" σε Ελληνικά
Οι ξανακάνω, αναθεωρώ, ξαναδουλεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rework" σε Ελληνικά.
rework
verb
noun
γραμματική
The act of redoing, correcting, or rebuilding. [..]
-
ξανακάνω
verb -
αναθεωρώ
It is for this purpose that the current notification procedure has been reworked in the proposal.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αναθεωρήθηκε η ισχύουσα διαδικασία κοινοποίησης στην πρόταση.
-
ξαναδουλεύω
-
επεξεργάζομαι και πάλι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rework " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Rework
-
Επανάληψη εργασίας, επανεπεξεργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη