Μετάφραση του "rhetor" σε Ελληνικά
Το ρήτορας είναι η μετάφραση του "rhetor" σε Ελληνικά.
rhetor
noun
γραμματική
A rhetorician.
-
ρήτορας
noun masculineA well-trained priest, his rhetoric is slick to say the least.
Ένας καλά εκπαιδευμένος ιερέας, εύγλωττος ρήτορας, αν μη τι άλλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rhetor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rhetor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρητορική · κενολογία · μεγαλοστομίες · ρητορεία · ρητορική · ρητορικός · ρητορισμός
-
ρητορική ερώτηση · ρητορικό ερώτημα
-
μεταφορά · ρητορικό σχήμα · σχήμα λόγου
-
ρητορικός
-
ρητορική μίσους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη