Μετάφραση του "rhino" σε Ελληνικά

Οι ρινόκερος, ρινόκερως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rhino" σε Ελληνικά.

rhino noun γραμματική

Short form of rhinoceros. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρινόκερος

    noun masculine

    A large herbivorous pachyderm of the family Rhinocerotidae, with thick, gray skin and one or two horns on their snouts.

    Another animal that doesn't travel south in winter is the woolly rhino.

    Ένα άλλο ζώο που δεν ταξιδεύει προς το νότο τον χειμώνα είναι ο τριχωτός ρινόκερος.

  • ρινόκερως

    noun masculine

    A rhino drops its head, and licks

    Ένας ρινόκερως σκύβει το κεφάλι του, και γλύφει

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rhino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rhino
+ Προσθήκη

"Rhino" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rhino στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

RHINO
+ Προσθήκη

"RHINO" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το RHINO στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "rhino"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rhino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη