Μετάφραση του "rhomb" σε Ελληνικά
Οι ρόμβος, ρομβος, Ρόμβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rhomb" σε Ελληνικά.
rhomb
noun
γραμματική
A rhombus [..]
-
ρόμβος
noun masculine -
ρομβος
A parallelogram in which all of the sides are of equal length.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rhomb " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Rhomb
-
Ρόμβος
Εικόνες με "rhomb"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη