Μετάφραση του "ridership" σε Ελληνικά

Οι επιβαίνοντες, επιβατικό κοινό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ridership" σε Ελληνικά.

ridership noun γραμματική

The people who ride a form of transportation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβαίνοντες

  • επιβατικό κοινό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ridership " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ridership" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη