Μετάφραση του "rightful" σε Ελληνικά

Οι νόμιμος, δικαιωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rightful" σε Ελληνικά.

rightful adjective

By right, by law. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμιμος

    adjective masculine

    Another example of the Convention's impact on third party rights concerns statutory liens.

    Ένα άλλο παράδειγμα σχετικά με την επίδραση της Σύμβασης στα δικαιώματα τρίτων αφορά τα νόμιμα προνόμια.

  • δικαιωματικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rightful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rightful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rightful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη