Μετάφραση του "rigidity" σε Ελληνικά
Οι ακαμψία, αυστηρότητα, δυσκαμψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rigidity" σε Ελληνικά.
The quality or state of being rigid; want of pliability; the quality of resisting change of form; the amount of resistance with which a body opposes change of form. [..]
-
ακαμψία
noun feminineStiffer steel frames provide greater rigidity and strength.
Σκληρότεροι ατσάλινοι σκελετοί παρέχουν μεγαλύτερη ακαμψία και δύναμι.
-
αυστηρότητα
noun feminineThe system of security is thus marked by less rigidity than was once the case .
Συνεπώς, το σύστημα εγγυήσεων δεν χαρακτηρίζεται πλέον από την ίδια αυστηρότητα όπως άλλοτε .
-
δυσκαμψία
feminineHerbert was a minor official notorious for his rigid and limited patterns of thought.
Χέρμπερτ έλεγαν έναν υπαλληλάκo γνωστό για τη δυσκαμψία τoυ τρόπoυ σκέψης τoυ και τη στενoμυαλιά τoυ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rigidity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rigidity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άκαμπτη γραμμή μεταφοράς
-
ημιάκαμπτο καλώδιο
-
Άκαμπτος
-
ημιάκαμπτο
-
καθωσπρεπισμός
-
άκαμπτο ομοαξονικό καλώδιο
-
Ημιάκαμπτο αερόπλοιο
-
Άκαμπτο αερόπλοιο