Μετάφραση του "ripple" σε Ελληνικά

Οι κυματίζω, κυματισμός, επηρεάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ripple" σε Ελληνικά.

ripple verb noun γραμματική

A moving disturbance or undulation in the surface of a liquid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυματίζω

    verb
  • κυματισμός

    noun

    Yeah, according to the con, there's no negative ripple.

    Ναι, σύμφωνα με τον απατεώνα, δεν υπάρχει αρνητικός κυματισμός.

  • επηρεάζω

    verb

    A surge this big could ripple across the entire country, start fires in thousands of buildings.

    Μία τέτοια υπέρταση θα επηρεάσει όλη τη χώρα, προκαλώντας πυρκαγιές σε χιλιάδες κτίρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κελαρύζω
    • εξάπτομαι
    • εξαπλώνομαι
    • επεκτείνομαι
    • ταράζομαι
    • ταράζω
    • έχω αντίκτυπο
    • γίνομαι αισθητός
    • μεταδίδομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ripple " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ripple
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυμάτωση, διακύμανση

Φράσεις παρόμοιες με "ripple" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλυσιδωτός · αντανακλαστικός · κυματιστός · περαιτέρω · πολλαπλασιαστικός
  • αλυσιδωτές επιπτώσεις · ευρύτερες επιπτώσεις · κυματισμός · περαιτέρω επιπτώσεις · πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα · που ταράζει τα νερά · προεκτάσεις · συνέπεια, επακόλουθο
  • Περιοδικές και τυχαίες αποκλίσεις ("κυμάτωση και θόρυβος" PSU)
  • βαθμός κυμάτωσης
  • διακύμανση πλάτους
  • διακύμανση απολαβής
  • τάση κυμάτωσης
  • Περιοδικές και τυχαίες αποκλίσεις ("κυμάτωση και θόρυβος" PSU)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ripple" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη