Μετάφραση του "rival" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνιστής, αντίπαλος, ανταγωνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά.

rival adjective verb noun γραμματική

A competitor (person, team, company, etc.) who is well known to another and has similar skills and achievements. Defeating a rival may be a primary or necessary goal of a competitor. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    someone or something with similar claims of quality or distinction as another [..]

    If it is, it could be a rival, either for a mate or for territory.

    Aν είναι, θα μπορούσε να είναι ανταγωνιστής. Eίτε για μια σύντροφο, είτε για την περιοχή.

  • αντίπαλος

    noun masculine

    competitor with the same objective

    A rival. Or the guys he was working with.

    Ένας αντίπαλος ή αυτοί που δούλευαν μαζί του.

  • ανταγωνίζομαι

    verb

    to oppose or compete with

    Meanwhile, she and Debbie are rivaling each otherlike a couple of crosstown high schools

    Εν τω μεταξύ, αυτή και η Ντέμπι ανταγωνίζονται η μία την άλλη σαν δυο λυκειόπαιδα από την πόλη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντίζηλος
    • παραβγαίνω
    • εφάμιλλος
    • συναγωνίζομαι
    • ανταγωνιστικός
    • αντίζηλη
    • αμιλλώμαι
    • αντεραστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rival " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rival
+ Προσθήκη

"Rival" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rival στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rival" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη