Μετάφραση του "road" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, οδός, πορεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "road" σε Ελληνικά.

road adjective noun γραμματική

A way used for travelling between places, usually surfaced with asphalt or concrete. Modern roads, both rural and urban, are designed to accommodate many vehicles travelling in both directions. [from 16th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    a way for travel [..]

    The road which leads to the hotel is narrow.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • οδός

    noun feminine

    a way for travel

    Any road in this area will have a negative impact on the environment.

    Οποιαδήποτε οδός σε αυτή την περιοχή θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

  • πορεία

    noun

    A long piece of hard ground that people can drive along from one place to another.

    The next issue is the sources of finance and the road maps.

    Το επόμενο ζήτημα είναι οι πηγές χρηματοδότησης και οι χάρτες πορείας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στράτα
    • οδικός
    • άσφαλτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " road " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Road
+ Προσθήκη

"Road" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Road στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "road"

Φράσεις παρόμοιες με "road" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "road" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη