Μετάφραση του "root cause" σε Ελληνικά

Οι βαθύτερο αίτιο, βασική αιτία, πρωταρχικός λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "root cause" σε Ελληνικά.

root cause noun γραμματική

(idiomatic) An initiating cause of a chain of events which leads to an outcome or effect of interest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθύτερο αίτιο

  • βασική αιτία

    As to all outstanding issues, a root cause was identified and a solution was either designed or implemented.

    Όσον αφορά όλα τα άλλα εκκρεμή προβλήματα, προσδιορίστηκε η βασική αιτία τους και προτάθηκε ή δόθηκε λύση.

  • πρωταρχικός λόγος

  • ρίζα

    noun

    The root cause lies in a divergence in productivity developments .

    Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην απόκλιση που παρουσίασε η εξέλιξη της παραγωγικότητας .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " root cause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "root cause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη