Μετάφραση του "rootstock" σε Ελληνικά
Οι ρίζωμα, ριζωματώδες υπόγειο τμήμα φυτού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rootstock" σε Ελληνικά.
rootstock
noun
γραμματική
(agriculture) A healthy plant that is used as the base for grafting a scion [..]
-
ρίζωμα
noun neuterThe original rootstock can produce hops for many years, if kept free from disease.
Από τα αρχικό ρίζωμα είναι δυνατόν να παράγεται λυκίσκος επί πολλά έτη, εφόσον αυτό προφυλάσσεται από τις ασθένειες.
-
ριζωματώδες υπόγειο τμήμα φυτού
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rootstock " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη