Μετάφραση του "rot" σε Ελληνικά
Οι σαπίζω, σήψη, αποσύνθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά.
rot
verb
noun
γραμματική
to decay or decompose; to become bad [..]
-
σαπίζω
verbto decay [..]
I could die, and be rotting in my casket before anyone notices.
Μπορεί να πεθάνω και να σαπίζω στο φέρετρό μου πριν κανείς το πάρει χαμπάρι.
-
σήψη
noun feminineProduce affected by rotting or any other deterioration rendering it unfit for consumption is excluded.
Αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση.
-
αποσύνθεση
noun femininePerfectly preserved for a rotted corpse, that is.
Τέλεια διατηρημένο για ένα πτώμα σε αποσύνθεση, δηλαδή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανοησία
- σήψις
- σαπίλα
- αηδίες
- κουταμάρες
- σηψιρριζία
- σήπομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευγενής σήψη
-
υποβάθμιση της (των) πόλης (πόλεων)
-
σήψη · σαράκι
-
αποσύνθεση · σάπισμα
-
σαπίζω
-
έπιασε τόπο
-
διαδοχικός
-
Ροτ Βάις Έσσεν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη