Μετάφραση του "rounding" σε Ελληνικά

Οι στρογγυλοποίηση, στρογγύλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rounding" σε Ελληνικά.

rounding adjective noun verb γραμματική

Present participle of round. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρογγυλοποίηση

    feminine

    The process of approximating a number by representing it with a fewer number of digits.

    No rounding of intermediate values leading to the final brake specific emission result is permissible.

    Δεν επιτρέπεται στρογγυλοποίηση ενδιάμεσων τιμών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του τελικού αποτελέσματος της δοκιμής των εκπομπών.

  • στρογγύλωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rounding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rounding
+ Προσθήκη

"Rounding" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rounding στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γύρος Κέννεντυ
  • Στρογγυλή Τράπεζα
  • συμβιβάζομαι · συνέρχομαι
  • καθημερινά καθήκοντα · καθημερινές ασχολίες · ρουτίνα
  • Νεογωβιός μελανόστομος
  • μαζεύω · στρογγυλοποιώ · συλλέγω · τσουβαλιάζω
  • Γύρος Ντίλλον
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rounding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη