Μετάφραση του "routing" σε Ελληνικά

Οι δρομολόγηση, όδευση, Δρομολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "routing" σε Ελληνικά.

routing noun verb γραμματική

a method of finding paths from origins to destinations in a network such as the Internet, along which information can be passed [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομολόγηση

    The process of forwarding a packet through an internetwork from a source host to a destination host.

    Further, they should indicate the most appropriate public safety answering point to route eCalls.

    Περαιτέρω, πρέπει να υποδείξουν το καταλληλότερο κέντρο κλήσεων έκτακτης ανάγκης για τη δρομολόγηση των κλήσεων eCall.

  • όδευση

    The detailed pipeline routing and permit work will be performed after the final site selection.

    Η ακριβής όδευση του αγωγού και η αδειοδότηση θα ακολουθήσουν την οριστική επιλογή του τόπου αποθήκευσης.

  • Δρομολόγηση

    process of selecting paths in a network

    Instruction routing and processing, fee collection and processing and related reporting.

    Δρομολόγηση και επεξεργασία εντολών, συλλογή και είσπραξη τελών και υποβολή σχετικών αναφορών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " routing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Routing
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρομολόγηση

    Instruction routing and processing, fee collection and processing and related reporting.

    Δρομολόγηση και επεξεργασία εντολών, συλλογή και είσπραξη τελών και υποβολή σχετικών αναφορών.

Φράσεις παρόμοιες με "routing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "routing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη